Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το ψηφίο έξι Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελείται από έξι ομοειδή αντικείμενα Βικιλεξικό
    • διαμέρισμα με έξι κύρια δωμάτια
  3. κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελεί τυποποιημένο μέγεθος 6 Βικιλεξικό
    • το τραπουλόχαρτο με τον αριθμό 6
    • βαθμός σε εξετάσεις
  4. αθλητισμόςποδοσφαιριστής που αγωνίζεται στην κεντροαμυντική θέση της σύνθεσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξάρι < έξ(ι) + -άρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξάριεξάρια
Γενικήεξαριούεξαριών
Αιτιατικήεξάριεξάρια
Κλητικήεξάριεξάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →