εξάρτιση
•
- ναυτικός όροςαρματωσιά πλοίου, εξοπλισμός καραβιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξάρτιση < ελληνιστική κοινή ἐξάρτισις < ἐξαρτίζω < αρχαία ελληνική ἐξ + ἀρτάω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξάρτιση | εξαρτίσεις |
| Γενική | εξάρτισης | εξαρτίσεων |
| Αιτιατική | εξάρτιση | εξαρτίσεις |
| Κλητική | εξάρτιση | εξαρτίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →