Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξάρτιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναυτικός όροςαρματωσιά πλοίου, εξοπλισμός καραβιού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξάρτιση < ελληνιστική κοινή ἐξάρτισις < ἐξαρτίζω < αρχαία ελληνική ἐξ + ἀρτάω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξάρτισηεξαρτίσεις
Γενικήεξάρτισηςεξαρτίσεων
Αιτιατικήεξάρτισηεξαρτίσεις
Κλητικήεξάρτισηεξαρτίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →