εξάρχων
•
- μουσικήο μουσικός που ηγείται μιας ομάδας εκτελεστών ή ενός τμήματος ορχήστρας και συντονίζει την εκτέλεσή τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξάρχων < αρχαία ελληνική ἐξάρχων < ἐξάρχω < ἄρχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξάρχουσα / εξάρχων / εξάρχον | εξάρχουσες / εξάρχοντες / εξάρχοντα |
| Γενική | εξάρχουσας / εξαρχούσης / εξάρχοντος / εξάρχοντος | εξαρχουσών / εξαρχόντων / εξαρχόντων |
| Αιτιατική | εξάρχουσα / εξάρχοντα / εξάρχον | εξάρχουσες / εξάρχοντες / εξάρχοντα |
| Κλητική | εξάρχουσα / εξάρχων / εξάρχον | εξάρχουσες / εξάρχοντες / εξάρχοντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →