Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξάρχων

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μουσικήο μουσικός που ηγείται μιας ομάδας εκτελεστών ή ενός τμήματος ορχήστρας και συντονίζει την εκτέλεσή τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξάρχων < αρχαία ελληνική ἐξάρχων < ἐξάρχω < ἄρχω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξάρχουσα / εξάρχων / εξάρχονεξάρχουσες / εξάρχοντες / εξάρχοντα
Γενικήεξάρχουσας / εξαρχούσης / εξάρχοντος / εξάρχοντοςεξαρχουσών / εξαρχόντων / εξαρχόντων
Αιτιατικήεξάρχουσα / εξάρχοντα / εξάρχονεξάρχουσες / εξάρχοντες / εξάρχοντα
Κλητικήεξάρχουσα / εξάρχων / εξάρχονεξάρχουσες / εξάρχοντες / εξάρχοντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εξάρχων

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου κατέχει την πρώτη θέση μέσα σε ένα σύνολο ή ξεχωρίζει για τη σημασία, την αξία ή τον ρόλο του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξάρχων < αρχαία ελληνική ἐξάρχων < ἐξάρχω < ἄρχω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξάρχωνεξάρχουσαεξάρχον
Γενικήεξάρχοντοςεξάρχουσας / εξαρχούσηςεξάρχοντος
Αιτιατικήεξάρχονταεξάρχουσαεξάρχον
Κλητικήεξάρχωνεξάρχουσαεξάρχον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξάρχοντεςεξάρχουσεςεξάρχοντα
Γενικήεξαρχόντωνεξαρχουσώνεξαρχόντων
Αιτιατικήεξάρχοντεςεξάρχουσεςεξάρχοντα
Κλητικήεξάρχοντεςεξάρχουσεςεξάρχοντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →