Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξάτμιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυσικήτο φυσικό φαινόμενο της εξαέρωσης κατά το οποίο μετατρέπεται σε αέριο μόνο η επιφάνεια του υγρού Βικιλεξικό
    • Η ακριβώς αντίστροφη αλλαγή από την αέρια στην υγρή φάση, καλείται υγροποίηση και αποδίδει την ίδια λανθάνουσα θερμότητα που απορροφήθηκε κατά την εξαέρωση ή εξάτμιση (Ν. Παλικαράκης, Γ. Νικηφορίδης, Φυσική με εφαρμογές στις επιστήμες υγείας, τομ. 3, Πανεπιστήμιο Πατρών, 1986, σελ. 122)
    • σχετικά με τη διδασκαλία/μάθηση των φαινομένων εξαέρωσης, υγροποίησης και εξάτμισης. Τα φαινόμενα εξαέρωσης μέσω βρασμού και υγροποίησης χρησιμοποιούνται συνήθως στο νηπιαγωγείο για τη διδασκαλία του κύκλου του νερού (Κατερίνα Πλακίτση, Ελένη Κολοκούρη, Ευθύμιος Σταμούλης, Ερευνητικές και διδακτικές προσεγγίσεις για τις Φυσικές Επιστήμες στην Προσχολική Εκπαίδευση, 2023, σελ. 183)
  2. απαγωγό εξάρτημα κινητήρα εσωτερικής καύσης από το οποίο αποβάλλονται τα αέρια υπόλοιπα της καύσης Βικιλεξικό
    • Περπάτησε βιαστική ως τη διεύθυνση που της έδωσε ο Λουκάς, ανάμεσα σε θορύβους και πρωινές εξατμίσεις του κέντρου, μηχανάκια, πεζοδρόμια φαγωμένα και αλεσμένα στην καθημερινή πολυάσχολη κίνηση μιας εργάσιμης μέρας (Σοφία Γιαννάτου, Καΐκια στην άσφαλτο, εκδ. Νεφέλη, 2007, σελ. 311)

Ετυμολογία

εξάτμιση < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξάτμισηεξατμίσεις
Γενικήεξάτμισηςεξατμίσεων
Αιτιατικήεξάτμισηεξατμίσεις
Κλητικήεξάτμισηεξατμίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →