εξίσωση
•
- η ενέργεια με την οποία δύο άνισα και ανόμοια στοιχεία μετατρέπονται σε ίσα Βικιλεξικό
- μαθηματικάμαθηματική έκφραση με δύο ίσα σκέλη, τα οποία ενώνονται με το σημείο του ίσον (=) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξίσωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξίσωσις : (μαθηματικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική équation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξίσωση | εξισώσεις |
| Γενική | εξίσωσης | εξισώσεων |
| Αιτιατική | εξίσωση | εξισώσεις |
| Κλητική | εξίσωση | εξισώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →