εξαγγλίζω
•
- κάνω κάποιον Άγγλο ή κάτι αγγλικό Βικιλεξικό
- μεταφράζω στα αγγλικά Βικιλεξικό
- δίνω αγγλική μορφή σε λέξεις άλλης γλώσσας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαγγλίζω < εξ- + Άγγλος + -ίζω ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική anglicise)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαγγλίζω | εξαγγλίζεις | εξαγγλίζει | εξαγγλίζουμε | εξαγγλίζετε | εξαγγλίζουν / εξαγγλίζουνε |
| Παρατατικός | εξάγγλιζα | εξάγγλιζες | εξάγγλιζε | εξαγγλίζαμε | εξαγγλίζατε | εξάγγλιζαν / εξαγγλίζαν / εξαγγλίζανε |
| Αόριστος | εξάγγλισα | εξάγγλισες | εξάγγλισε | εξαγγλίσαμε | εξαγγλίσατε | εξάγγλισαν / εξαγγλίσαν / εξαγγλίσανε |
| Μέλλοντας | θα εξαγγλίζω / θα εξαγγλίσω | θα εξαγγλίζεις / θα εξαγγλίσεις | θα εξαγγλίζει / θα εξαγγλίσει | θα εξαγγλίζουμε / θα εξαγγλίσουμε | θα εξαγγλίζετε / θα εξαγγλίσετε | θα εξαγγλίζουν / θα εξαγγλίζουνε / θα εξαγγλίσουν / θα εξαγγλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαγγλίσει | έχεις εξαγγλίσει | έχει εξαγγλίσει | έχουμε εξαγγλίσει | έχετε εξαγγλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαγγλίσει | είχες εξαγγλίσει | είχε εξαγγλίσει | είχαμε εξαγγλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαγγλίσει / να εξαγγλίζω / να εξαγγλίσω | να έχεις εξαγγλίσει / να εξαγγλίζεις / να εξαγγλίσεις | να έχει εξαγγλίσει / να εξαγγλίζει / να εξαγγλίσει | να έχουμε εξαγγλίσει / να εξαγγλίζουμε / να εξαγγλίσουμε | να έχετε εξαγγλίσει / να εξαγγλίζετε / να εξαγγλίσετε | να εξαγγλίζουν / να εξαγγλίζουνε / να εξαγγλίσουν / να εξαγγλίσουνε |
| Προστακτική | — | εξάγγλιζε / εξάγγλισε | — | — | εξαγγλίζετε / εξαγγλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →