Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαγγλίζω

ρήμα
•
  1. κάνω κάποιον Άγγλο ή κάτι αγγλικό Βικιλεξικό
  2. μεταφράζω στα αγγλικά Βικιλεξικό
  3. δίνω αγγλική μορφή σε λέξεις άλλης γλώσσας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξαγγλίζω < εξ- + Άγγλος + -ίζω ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική anglicise)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξαγγλίζωεξαγγλίζειςεξαγγλίζειεξαγγλίζουμεεξαγγλίζετεεξαγγλίζουν / εξαγγλίζουνε
Παρατατικόςεξάγγλιζαεξάγγλιζεςεξάγγλιζεεξαγγλίζαμεεξαγγλίζατεεξάγγλιζαν / εξαγγλίζαν / εξαγγλίζανε
Αόριστοςεξάγγλισαεξάγγλισεςεξάγγλισεεξαγγλίσαμεεξαγγλίσατεεξάγγλισαν / εξαγγλίσαν / εξαγγλίσανε
Μέλλονταςθα εξαγγλίζω / θα εξαγγλίσωθα εξαγγλίζεις / θα εξαγγλίσειςθα εξαγγλίζει / θα εξαγγλίσειθα εξαγγλίζουμε / θα εξαγγλίσουμεθα εξαγγλίζετε / θα εξαγγλίσετεθα εξαγγλίζουν / θα εξαγγλίζουνε / θα εξαγγλίσουν / θα εξαγγλίσουνε
Παρακείμενοςέχω εξαγγλίσειέχεις εξαγγλίσειέχει εξαγγλίσειέχουμε εξαγγλίσειέχετε εξαγγλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εξαγγλίσειείχες εξαγγλίσειείχε εξαγγλίσειείχαμε εξαγγλίσει——
Υποτακτικήνα έχω εξαγγλίσει / να εξαγγλίζω / να εξαγγλίσωνα έχεις εξαγγλίσει / να εξαγγλίζεις / να εξαγγλίσειςνα έχει εξαγγλίσει / να εξαγγλίζει / να εξαγγλίσεινα έχουμε εξαγγλίσει / να εξαγγλίζουμε / να εξαγγλίσουμενα έχετε εξαγγλίσει / να εξαγγλίζετε / να εξαγγλίσετενα εξαγγλίζουν / να εξαγγλίζουνε / να εξαγγλίσουν / να εξαγγλίσουνε
Προστακτική—εξάγγλιζε / εξάγγλισε——εξαγγλίζετε / εξαγγλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →