Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαγγλισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαγγλίζω Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαγγλίζω Βικιλεξικό
    • Κατέστησαν δὲ τοῦτο τέχνην διηνεκῶς τελειοποιουμένην ὡς δεικνύει ὁ ἐξαγγλισμὸς τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Θουκυδίδου ὑπὸ τοῦ Jowett καὶ ὁ τοῦ Ὀμήρου ὑπὸ Butcher καὶ Lang. (Έρευνα - τομ. 1-7 - σελ. 48 https://books.google.gr/books?id=KQBFAQAAMAAJ&q=εξαγγλισμός&dq=εξαγγλισμός&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwjPw_P68eLlAhXSZFAKHR_zDL8Q6AEIMzAB)
  3. παρωχημένοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαγγλίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξαγγλισμός < εξαγγλίζω + -μός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική anglicisation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξαγγλισμόςεξαγγλισμοί
Γενικήεξαγγλισμούεξαγγλισμών
Αιτιατικήεξαγγλισμόεξαγγλισμούς
Κλητικήεξαγγλισμέεξαγγλισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →