εξαγνίζω
•
- καθαρίζω, απαλλάσσω από ηθικό παράπτωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαγνίζω < εξ- + αγνός + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαγνίζω | εξαγνίζεις | εξαγνίζει | εξαγνίζουμε | εξαγνίζετε | εξαγνίζουν / εξαγνίζουνε |
| Παρατατικός | εξάγνιζα | εξάγνιζες | εξάγνιζε | εξαγνίζαμε | εξαγνίζατε | εξάγνιζαν / εξαγνίζαν / εξαγνίζανε |
| Αόριστος | εξάγνισα | εξάγνισες | εξάγνισε | εξαγνίσαμε | εξαγνίσατε | εξάγνισαν / εξαγνίσαν / εξαγνίσανε |
| Μέλλοντας | θα εξαγνίζω / θα εξαγνίσω | θα εξαγνίζεις / θα εξαγνίσεις | θα εξαγνίζει / θα εξαγνίσει | θα εξαγνίζουμε / θα εξαγνίσουμε | θα εξαγνίζετε / θα εξαγνίσετε | θα εξαγνίζουν / θα εξαγνίζουνε / θα εξαγνίσουν / θα εξαγνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαγνίσει | έχεις εξαγνίσει | έχει εξαγνίσει | έχουμε εξαγνίσει | έχετε εξαγνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαγνίσει | είχες εξαγνίσει | είχε εξαγνίσει | είχαμε εξαγνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαγνίσει / να εξαγνίζω / να εξαγνίσω | να έχεις εξαγνίσει / να εξαγνίζεις / να εξαγνίσεις | να έχει εξαγνίσει / να εξαγνίζει / να εξαγνίσει | να έχουμε εξαγνίσει / να εξαγνίζουμε / να εξαγνίσουμε | να έχετε εξαγνίσει / να εξαγνίζετε / να εξαγνίσετε | να εξαγνίζουν / να εξαγνίζουνε / να εξαγνίσουν / να εξαγνίσουνε |
| Προστακτική | — | εξάγνιζε / εξάγνισε | — | — | εξαγνίζετε / εξαγνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →