εξαγνισμός
•
- καθαρισμός από ηθικό ρύπο, από στίγμα της αμαρτίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαγνισμός < εξαγνισ- (εξαγνίζω) + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξαγνισμός | εξαγνισμοί |
| Γενική | εξαγνισμού | εξαγνισμών |
| Αιτιατική | εξαγνισμό | εξαγνισμούς |
| Κλητική | εξαγνισμέ | εξαγνισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →