Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαγωγός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εξάγει Βικιλεξικό
    • πρώτη εξαγωγός χώρα παγκοσμίως είναι...

Ετυμολογία

εξαγωγός < εξ(άγω) εξ- + -αγωγός. Διαφορετικό το αρχαίο ουσιαστικό ἐξαγωγός (οχετός υδάτων)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξαγωγός—εξαγωγό
Γενικήεξαγωγού—εξαγωγού
Αιτιατικήεξαγωγό—εξαγωγό
Κλητικήεξαγωγέ—εξαγωγό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξαγωγοί—εξαγωγά
Γενικήεξαγωγών—εξαγωγών
Αιτιατικήεξαγωγούς—εξαγωγά
Κλητικήεξαγωγοί—εξαγωγά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →