εξαεριώνω
•
- μετατρέπω μια ουσία, στερεή ή υγρή, σε αέρια μορφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαεριώνω < εξ- + αέριο + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική gazéifier)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαεριώνω | εξαεριώνεις | εξαεριώνει | εξαεριώνουμε | εξαεριώνετε | εξαεριώνουν / εξαεριώνουνε |
| Παρατατικός | εξαερίωνα | εξαερίωνες | εξαερίωνε | εξαεριώναμε | εξαεριώνατε | εξαερίωναν / εξαεριώναν / εξαεριώνανε |
| Αόριστος | εξαερίωσα | εξαερίωσες | εξαερίωσε | εξαεριώσαμε | εξαεριώσατε | εξαερίωσαν / εξαεριώσαν / εξαεριώσανε |
| Μέλλοντας | θα εξαεριώνω / θα εξαεριώσω | θα εξαεριώνεις / θα εξαεριώσεις | θα εξαεριώνει / θα εξαεριώσει | θα εξαεριώνουμε / θα εξαεριώσουμε | θα εξαεριώνετε / θα εξαεριώσετε | θα εξαεριώνουν / θα εξαεριώνουνε / θα εξαεριώσουν / θα εξαεριώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαεριώσει | έχεις εξαεριώσει | έχει εξαεριώσει | έχουμε εξαεριώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαεριώσει | είχες εξαεριώσει | είχε εξαεριώσει | είχαμε εξαεριώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαεριώσει / να εξαεριώνω / να εξαεριώσω | να έχεις εξαεριώσει / να εξαεριώνεις / να εξαεριώσεις | να έχει εξαεριώσει / να εξαεριώνει / να εξαεριώσει | να έχουμε εξαεριώσει / να εξαεριώνουμε / να εξαεριώσουμε | να εξαεριώνετε / να εξαεριώσετε | να εξαεριώνουν / να εξαεριώνουνε / να εξαεριώσουν / να εξαεριώσουνε |
| Προστακτική | — | εξαερίωνε / εξαερίωσε | — | — | εξαεριώνετε / εξαεριώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξαεριώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →