εξαθέσιος
•
- για οχήματαπου είναι σχεδιασμένος να εξυπηρετεί ή να χωρά έξι άτομα ταυτόχρονα Βικιλεξικό
- για σχολείοπου διαθέτει έξι προβλεπόμενες οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαθέσιος < εξα- + θέση + -ιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξαθέσιος | εξαθέσια | εξαθέσιο |
| Γενική | εξαθέσιου | εξαθέσιας | εξαθέσιου |
| Αιτιατική | εξαθέσιο | εξαθέσια | εξαθέσιο |
| Κλητική | εξαθέσιε | εξαθέσια | εξαθέσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξαθέσιοι | εξαθέσιες | εξαθέσια |
| Γενική | εξαθέσιων | εξαθέσιων | εξαθέσιων |
| Αιτιατική | εξαθέσιους | εξαθέσιες | εξαθέσια |
| Κλητική | εξαθέσιοι | εξαθέσιες | εξαθέσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →