Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξακτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με εξαγωγή ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοεξακτική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξακτικός < εξάγω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξακτικόςεξακτικήεξακτικό
Γενικήεξακτικούεξακτικήςεξακτικού
Αιτιατικήεξακτικόεξακτικήεξακτικό
Κλητικήεξακτικέεξακτικήεξακτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξακτικοίεξακτικέςεξακτικά
Γενικήεξακτικώνεξακτικώνεξακτικών
Αιτιατικήεξακτικούςεξακτικέςεξακτικά
Κλητικήεξακτικοίεξακτικέςεξακτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →