εξακτικός
•
- λόγιοπου έχει σχέση με εξαγωγή ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοεξακτική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξακτικός < εξάγω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξακτικός | εξακτική | εξακτικό |
| Γενική | εξακτικού | εξακτικής | εξακτικού |
| Αιτιατική | εξακτικό | εξακτική | εξακτικό |
| Κλητική | εξακτικέ | εξακτική | εξακτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξακτικοί | εξακτικές | εξακτικά |
| Γενική | εξακτικών | εξακτικών | εξακτικών |
| Αιτιατική | εξακτικούς | εξακτικές | εξακτικά |
| Κλητική | εξακτικοί | εξακτικές | εξακτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →