εξάγω
•
- βγάζω έξω από κάτι Βικιλεξικό
- βγάζω έξω από τη χώρα (προϊόντα) Βικιλεξικό
- Η επιχείρηση αυτή εξάγει μπανάνες.
- βγάζω, καταλήγω σε ένα αποτέλεσμα με λογικούς συλλογισμούς ή μαθηματικές πράξεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξάγω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξάγω. Μορφολογικά αναλύεται σε εξ- + άγω
Άλλοι τύποι
εξάγομαιεξήγαεξήγαγαεξήχθη3εξαγάγωεξαγόμενοςεξαχθώεξηγμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →