εξακτινώνω
•
- λόγιοακτινοβολώ Βικιλεξικό
- λόγιοδιαχέω, εξαπλώνω (με βάση κάποιο κέντρο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξακτινώνω < εξ- + ακτίν(α) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξακτινώνω | εξακτινώνεις | εξακτινώνει | εξακτινώνουμε | εξακτινώνετε | εξακτινώνουν / εξακτινώνουνε |
| Παρατατικός | εξακτίνωνα | εξακτίνωνες | εξακτίνωνε | εξακτινώναμε | εξακτινώνατε | εξακτίνωναν / εξακτινώναν / εξακτινώνανε |
| Αόριστος | εξακτίνωσα | εξακτίνωσες | εξακτίνωσε | εξακτινώσαμε | εξακτινώσατε | εξακτίνωσαν / εξακτινώσαν / εξακτινώσανε |
| Μέλλοντας | θα εξακτινώνω / θα εξακτινώσω | θα εξακτινώνεις / θα εξακτινώσεις | θα εξακτινώνει / θα εξακτινώσει | θα εξακτινώνουμε / θα εξακτινώσουμε | θα εξακτινώνετε / θα εξακτινώσετε | θα εξακτινώνουν / θα εξακτινώνουνε / θα εξακτινώσουν / θα εξακτινώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξακτινώσει | έχεις εξακτινώσει | έχει εξακτινώσει | έχουμε εξακτινώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξακτινώσει | είχες εξακτινώσει | είχε εξακτινώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξακτινώσει / να εξακτινώνω / να εξακτινώσω | να έχεις εξακτινώσει / να εξακτινώνεις / να εξακτινώσεις | να έχει εξακτινώσει / να εξακτινώνει / να εξακτινώσει | να έχουμε εξακτινώσει / να εξακτινώνουμε / να εξακτινώσουμε | να εξακτινώνετε / να εξακτινώσετε | να εξακτινώνουν / να εξακτινώνουνε / να εξακτινώσουν / να εξακτινώσουνε |
| Προστακτική | — | εξακτίνωνε / εξακτίνωσε | — | — | εξακτινώνετε / εξακτινώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξακτινώθηκαεξακτινώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →