εξαναγκάζω
•
- υποχρεώνω, αναγκάζω, επιβάλλω σε κάποιον να κάνει κάτι με τη βία ή ασκώντας του πίεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαναγκάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξαναγκάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε εξ- + αναγκάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαναγκάζω | εξαναγκάζεις | εξαναγκάζει | εξαναγκάζουμε | εξαναγκάζετε | εξαναγκάζουν / εξαναγκάζουνε |
| Παρατατικός | εξανάγκαζα | εξανάγκαζες | εξανάγκαζε | εξαναγκάζαμε | εξαναγκάζατε | εξανάγκαζαν / εξαναγκάζαν / εξαναγκάζανε |
| Αόριστος | εξανάγκασα | εξανάγκασες | εξανάγκασε | εξαναγκάσαμε | εξαναγκάσατε | εξανάγκασαν / εξαναγκάσαν / εξαναγκάσανε |
| Μέλλοντας | θα εξαναγκάζω / θα εξαναγκάσω | θα εξαναγκάζεις / θα εξαναγκάσεις | θα εξαναγκάζει / θα εξαναγκάσει | θα εξαναγκάζουμε / θα εξαναγκάσουμε | θα εξαναγκάζετε / θα εξαναγκάσετε | θα εξαναγκάζουν / θα εξαναγκάζουνε / θα εξαναγκάσουν / θα εξαναγκάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαναγκάσει | έχεις εξαναγκάσει | έχει εξαναγκάσει | έχουμε εξαναγκάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαναγκάσει | είχες εξαναγκάσει | είχε εξαναγκάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαναγκάσει / να εξαναγκάζω / να εξαναγκάσω | να έχεις εξαναγκάσει / να εξαναγκάζεις / να εξαναγκάσεις | να έχει εξαναγκάσει / να εξαναγκάζει / να εξαναγκάσει | να έχουμε εξαναγκάσει / να εξαναγκάζουμε / να εξαναγκάσουμε | να εξαναγκάζετε / να εξαναγκάσετε | να εξαναγκάζουν / να εξαναγκάζουνε / να εξαναγκάσουν / να εξαναγκάσουνε |
| Προστακτική | — | εξανάγκαζε / εξανάγκασε | — | — | εξαναγκάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξαναγκάστηκαεξαναγκάζομαιεξαναγκάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →