εξανδραποδισμός
•
- η μετατροπή κάποιου σε ανδράποδο, η πώληση ενός αιχμαλώτου ως δούλου Βικιλεξικό
- η υποδούλωση, η αιχμαλωσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξανδραποδισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξανδραποδισμός < ἐξανδραποδίζω < ἐξ (εξ-) + ἀνδραποδίζω < ἀνδράποδον < ἀνήρ + -ποδον < πούς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξανδραποδισμός | εξανδραποδισμοί |
| Γενική | εξανδραποδισμού | εξανδραποδισμών |
| Αιτιατική | εξανδραποδισμό | εξανδραποδισμούς |
| Κλητική | εξανδραποδισμέ | εξανδραποδισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →