εξανθρωπίζω
•
- κάνω κάποιον καλύτερο άνθρωπο, τον βελτιώνω, ιδίως στον ηθικό τομέα Βικιλεξικό
- κάνω κάτι πιο ανθρώπινο, το βελτιώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξανθρωπίζω < αρχαία ελληνική ἐξανθρωπίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξανθρωπίζω | εξανθρωπίζεις | εξανθρωπίζει | εξανθρωπίζουμε | εξανθρωπίζετε | εξανθρωπίζουν / εξανθρωπίζουνε |
| Παρατατικός | εξανθρώπιζα | εξανθρώπιζες | εξανθρώπιζε | εξανθρωπίζαμε | εξανθρωπίζατε | εξανθρωπίζαν / εξανθρωπίζανε / εξανθρώπιζαν |
| Αόριστος | εξανθρώπισα | εξανθρώπισες | εξανθρώπισε | εξανθρωπίσαμε | εξανθρωπίσατε | εξανθρωπίσαν / εξανθρωπίσανε / εξανθρώπισαν |
| Μέλλοντας | θα εξανθρωπίζω / θα εξανθρωπίσω | θα εξανθρωπίζεις / θα εξανθρωπίσεις | θα εξανθρωπίζει / θα εξανθρωπίσει | θα εξανθρωπίζουμε / θα εξανθρωπίσουμε | θα εξανθρωπίζετε / θα εξανθρωπίσετε | θα εξανθρωπίζουν / θα εξανθρωπίζουνε / θα εξανθρωπίσουν / θα εξανθρωπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξανθρωπίσει | έχεις εξανθρωπίσει | έχει εξανθρωπίσει | έχουμε εξανθρωπίσει | έχετε εξανθρωπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξανθρωπίσει | είχες εξανθρωπίσει | είχε εξανθρωπίσει | είχαμε εξανθρωπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξανθρωπίσει / να εξανθρωπίζω / να εξανθρωπίσω | να έχεις εξανθρωπίσει / να εξανθρωπίζεις / να εξανθρωπίσεις | να έχει εξανθρωπίσει / να εξανθρωπίζει / να εξανθρωπίσει | να έχουμε εξανθρωπίσει / να εξανθρωπίζουμε / να εξανθρωπίσουμε | να έχετε εξανθρωπίσει / να εξανθρωπίζετε / να εξανθρωπίσετε | να εξανθρωπίζουν / να εξανθρωπίζουνε / να εξανθρωπίσουν / να εξανθρωπίσουνε |
| Προστακτική | — | εξανθρώπιζε / εξανθρώπισε | — | — | εξανθρωπίζετε / εξανθρωπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →