εξαντλώ
•
- τελειώνω κάποια πράγματα, επειδή τα κατανάλωσα ή τα χρησιμοποίησα Βικιλεξικό
- μειώνω κάτι υπέρμετρα μέχρις εξαφανίσεως Βικιλεξικό
- εξαντλήθηκαν τα αποθέματα τροφίμων
- η υπομονή μου εξαντλείται
- εξασθενώ, μειώνω την αντοχή Βικιλεξικό
- εξαντλήθηκα από την πολύωρη πεζοπορία
- πραγματεύομαι ή ερευνώ αναλυτικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαντλώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξαντλέω / ἐξαντλῶ < ἀντλέω < ἄντλος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική épuiser)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαντλώ | εξάντλει / εξαντλείς | εξαντλεί | εξαντλούμε | εξαντλείτε | εξαντλούν |
| Παρατατικός | εξαντλούσα | εξαντλούσες | εξαντλούσε | εξαντλούσαμε | εξαντλούσατε | εξαντλούσαν |
| Αόριστος | εξάντλησα / εξαντλήσω | εξάντλησε / εξάντλησες / εξαντλήσεις | εξάντλησε / εξαντλήσει | εξαντλήσαμε / εξαντλήσουμε | εξαντλήσατε / εξαντλήσετε / εξαντλήστε | εξάντλησαν / εξαντλήσουν |
| Μέλλοντας | θα εξαντλήσω / θα εξαντλώ | θα εξαντλήσεις / θα εξαντλείς | θα εξαντλήσει / θα εξαντλεί | θα εξαντλήσουμε / θα εξαντλούμε | θα εξαντλήσετε / θα εξαντλείτε | θα εξαντλήσουν / θα εξαντλούν |
| Παρακείμενος | έχω εξαντλήσει | έχεις εξαντλήσει | έχει εξαντλήσει | έχουμε εξαντλήσει | έχετε εξαντλήσει | έχουν εξαντλήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαντλήσει | είχες εξαντλήσει | είχε εξαντλήσει | είχαμε εξαντλήσει | είχατε εξαντλήσει | είχαν εξαντλήσει |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξαντλήθηκαεξαντλούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →