εξάντληση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαντλώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαντλώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαντλώ Βικιλεξικό
- μισοπεθαμένος από την πείνα και την εξάντληση, πληγωμένος, και γεμάτος αίματα, είχε ξαπλωθεί σ' ένα χαντάκι για να πεθάνει. (Πηνελόπη Δέλτα , Μάγκας/Κεφάλαιο ΙΕ, Μάγκας, Κεφάλαιο ΙΕ, 1937)
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαντλώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξάντληση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξάντλησις (καταιονισμός) < αρχαία ελληνική ἐξαντλέω / ἐξαντλῶ < ἀντλέω < ἄντλος (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική épuisement)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξάντληση | εξαντλήσεις |
| Γενική | εξάντλησης | εξαντλήσεων |
| Αιτιατική | εξάντληση | εξαντλήσεις |
| Κλητική | εξάντληση | εξαντλήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →