εξαπατώ
•
- ξεγελάω με πονηριά κάποιον εκμεταλλευόμενος την αφέλεια ή την ευπιστία του και (ενδεχομένως) παρανομώντας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαπατώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξαπατῶ, συνηρημένος τύπος του ἐξαπατάω. Συγχρονικά αναλύεται σε εξ- + απατώ.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαπατάω / εξαπατώ / εξαπατώμαι | εξαπατάς | εξαπατά / εξαπατάει | εξαπατάμε / εξαπατούμε | εξαπατάτε | εξαπατάν / εξαπατάνε / εξαπατούν / εξαπατούνε |
| Παρατατικός | εξαπατούσα | εξαπατούσες | εξαπατούσε | εξαπατούσαμε | εξαπατούσατε | εξαπατούσαν / εξαπατούσανε |
| Αόριστος | εξαπάτησα | εξαπάτησες | εξαπάτησε | εξαπατήσαμε | εξαπατήσατε | εξαπάτησαν / εξαπατήσαν / εξαπατήσανε |
| Μέλλοντας | θα εξαπατάω / θα εξαπατήσω / θα εξαπατώ / θα εξαπατώμαι | θα εξαπατάς / θα εξαπατήσεις | θα εξαπατά / θα εξαπατάει / θα εξαπατήσει | θα εξαπατάμε / θα εξαπατήσουμε / θα εξαπατούμε | θα εξαπατάτε / θα εξαπατήσετε | θα εξαπατάν / θα εξαπατάνε / θα εξαπατήσουν / θα εξαπατήσουνε / θα εξαπατούν / θα εξαπατούνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαπατήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαπατήσει / να εξαπατάω / να εξαπατήσω / να εξαπατώ / να εξαπατώμαι | να εξαπατάς / να εξαπατήσεις | να εξαπατά / να εξαπατάει / να εξαπατήσει | να εξαπατάμε / να εξαπατήσουμε / να εξαπατούμε | να εξαπατάτε / να εξαπατήσετε | να εξαπατάν / να εξαπατάνε / να εξαπατήσουν / να εξαπατήσουνε / να εξαπατούν / να εξαπατούνε |
| Προστακτική | — | εξαπάτα / εξαπάταγε / εξαπάτησε | — | — | εξαπατάτε / εξαπατήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξαπατήθηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →