εξαπλώνω
•
- ενεργώ έτσι ώστε ένα σύνολο ανθρώπων, πραγμάτων, ιδεών κλπ να εμφανίζεται σε μεγαλύτερη γεωγραφική έκταση Βικιλεξικό
- για ιδέεςδιαδίδω σε μεγαλύτερο κοινό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαπλώνω < αρχαία ελληνική ἐξαπλόω -ἐξαπλῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαπλώνω | εξαπλώνεις | εξαπλώνει | εξαπλώνουμε | εξαπλώνετε | εξαπλώνουν / εξαπλώνουνε |
| Παρατατικός | εξάπλωνα | εξάπλωνες | εξάπλωνε | εξαπλώναμε | εξαπλώνατε | εξάπλωναν / εξαπλώναν / εξαπλώνανε |
| Αόριστος | εξάπλωσα | εξάπλωσες | εξάπλωσε | εξαπλώσαμε | εξαπλώσατε | εξάπλωσαν / εξαπλώσαν / εξαπλώσανε |
| Μέλλοντας | θα εξαπλώνω / θα εξαπλώσω | θα εξαπλώνεις / θα εξαπλώσεις | θα εξαπλώνει / θα εξαπλώσει | θα εξαπλώνουμε / θα εξαπλώσουμε | θα εξαπλώνετε / θα εξαπλώσετε | θα εξαπλώνουν / θα εξαπλώνουνε / θα εξαπλώσουν / θα εξαπλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαπλώσει | έχεις εξαπλώσει | έχει εξαπλώσει | έχουμε εξαπλώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαπλώσει | είχες εξαπλώσει | είχε εξαπλώσει | είχαμε εξαπλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαπλώσει / να εξαπλώνω / να εξαπλώσω | να έχεις εξαπλώσει / να εξαπλώνεις / να εξαπλώσεις | να έχει εξαπλώσει / να εξαπλώνει / να εξαπλώσει | να έχουμε εξαπλώσει / να εξαπλώνουμε / να εξαπλώσουμε | να εξαπλώνετε / να εξαπλώσετε | να εξαπλώνουν / να εξαπλώνουνε / να εξαπλώσουν / να εξαπλώσουνε |
| Προστακτική | — | εξάπλωνε / εξάπλωσε | — | — | εξαπλώνετε / εξαπλώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξαπλώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →