εξατομικευτικός
•
- που εξατομικεύει ώστε να ταιριάζει σε κάθε περίπτωση χωριστά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξατομικευτικός < εξατομικεύ(ω) + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξατομικευτικός | εξατομικευτική | εξατομικευτικό |
| Γενική | εξατομικευτικού | εξατομικευτικής | εξατομικευτικού |
| Αιτιατική | εξατομικευτικό | εξατομικευτική | εξατομικευτικό |
| Κλητική | εξατομικευτικέ | εξατομικευτική | εξατομικευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξατομικευτικοί | εξατομικευτικές | εξατομικευτικά |
| Γενική | εξατομικευτικών | εξατομικευτικών | εξατομικευτικών |
| Αιτιατική | εξατομικευτικούς | εξατομικευτικές | εξατομικευτικά |
| Κλητική | εξατομικευτικοί | εξατομικευτικές | εξατομικευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →