Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξατομικευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εξατομικεύει ώστε να ταιριάζει σε κάθε περίπτωση χωριστά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξατομικευτικός < εξατομικεύ(ω) + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξατομικευτικόςεξατομικευτικήεξατομικευτικό
Γενικήεξατομικευτικούεξατομικευτικήςεξατομικευτικού
Αιτιατικήεξατομικευτικόεξατομικευτικήεξατομικευτικό
Κλητικήεξατομικευτικέεξατομικευτικήεξατομικευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξατομικευτικοίεξατομικευτικέςεξατομικευτικά
Γενικήεξατομικευτικώνεξατομικευτικώνεξατομικευτικών
Αιτιατικήεξατομικευτικούςεξατομικευτικέςεξατομικευτικά
Κλητικήεξατομικευτικοίεξατομικευτικέςεξατομικευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →