εξατομικεύω
•
- προσαρμόζω κάτι σε κάποιο άτομο, σε κάποιο πρόσωπο, στις ανάγκες και δυνατότητές του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξατομικεύω < εξ- + ατομικ(ός) + -εύω, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική individualiser
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξατομικεύω | εξατομικεύεις | εξατομικεύει | εξατομικεύουμε | εξατομικεύετε | εξατομικεύουν / εξατομικεύουνε |
| Παρατατικός | εξατομίκευα | εξατομίκευες | εξατομίκευε | εξατομικεύαμε | εξατομικεύατε | εξατομίκευαν / εξατομικεύαν / εξατομικεύανε |
| Αόριστος | εξατομίκευσα | εξατομίκευσες | εξατομίκευσε | εξατομικεύσαμε | εξατομικεύσατε | εξατομίκευσαν / εξατομικεύσαν / εξατομικεύσανε |
| Μέλλοντας | θα εξατομικεύσω / θα εξατομικεύω | θα εξατομικεύεις / θα εξατομικεύσεις | θα εξατομικεύει / θα εξατομικεύσει | θα εξατομικεύουμε / θα εξατομικεύσουμε | θα εξατομικεύετε / θα εξατομικεύσετε | θα εξατομικεύουν / θα εξατομικεύουνε / θα εξατομικεύσουν / θα εξατομικεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξατομικεύσει | έχεις εξατομικεύσει | έχει εξατομικεύσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξατομικεύσει | είχες εξατομικεύσει | είχε εξατομικεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξατομικεύσει / να εξατομικεύσω / να εξατομικεύω | να έχεις εξατομικεύσει / να εξατομικεύεις / να εξατομικεύσεις | να έχει εξατομικεύσει / να εξατομικεύει / να εξατομικεύσει | να εξατομικεύουμε / να εξατομικεύσουμε | να εξατομικεύετε / να εξατομικεύσετε | να εξατομικεύουν / να εξατομικεύουνε / να εξατομικεύσουν / να εξατομικεύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε εξατομικευμένο / εξατομίκευε / εξατομίκευσε | — | — | εξατομικεύετε / εξατομικεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξατομικεύτηκαεξατομικεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →