εξαχθείς
•
- λόγιοπου εξάχθηκε Βικιλεξικό
- ο εξαχθείς φρονιμίτης
- τα λαθραίως εξαχθέντα αγάλματα
- ως παρανόμως εξαχθείσες από την ελληνική επικράτεια.
- το εξαχθέν υπόλοιπο / αποτέλεσμα
- τα εξαχθέντα συμπεράσματα
Ετυμολογία
εξαχθείς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξαχθείς, μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος ἐξάγω
Άλλοι τύποι
εξαχθένεξαχθένταεξαχθέντεςεξαχθέντοςεξαχθέντωνεξαχθείςεξαχθείσαεξαχθείσαςεξαχθείσεςεξαχθείσηςεξαχθεισών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →