εξαχνίζω
•
- προκαλώ εξάχνωση, εκθέτω υλικό σε συνθήκες που προκαλούν εξάχνωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαχνίζω | εξαχνίζεις | εξαχνίζει | εξαχνίζουμε | εξαχνίζετε | εξαχνίζουν / εξαχνίζουνε |
| Παρατατικός | εξάχνιζα | εξάχνιζες | εξάχνιζε | εξαχνίζαμε | εξαχνίζατε | εξάχνιζαν / εξαχνίζαν / εξαχνίζανε |
| Αόριστος | εξάχνισα | εξάχνισες | εξάχνισε | εξαχνίσαμε | εξαχνίσατε | εξάχνισαν / εξαχνίσαν / εξαχνίσανε |
| Μέλλοντας | θα εξαχνίζω / θα εξαχνίσω | θα εξαχνίζεις / θα εξαχνίσεις | θα εξαχνίζει / θα εξαχνίσει | θα εξαχνίζουμε / θα εξαχνίσουμε | θα εξαχνίζετε / θα εξαχνίσετε | θα εξαχνίζουν / θα εξαχνίζουνε / θα εξαχνίσουν / θα εξαχνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαχνίσει | έχεις εξαχνίσει | έχει εξαχνίσει | έχουμε εξαχνίσει | έχετε εξαχνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαχνίσει | είχες εξαχνίσει | είχε εξαχνίσει | είχαμε εξαχνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαχνίσει / να εξαχνίζω / να εξαχνίσω | να έχεις εξαχνίσει / να εξαχνίζεις / να εξαχνίσεις | να έχει εξαχνίσει / να εξαχνίζει / να εξαχνίσει | να έχουμε εξαχνίσει / να εξαχνίζουμε / να εξαχνίσουμε | να έχετε εξαχνίσει / να εξαχνίζετε / να εξαχνίσετε | να εξαχνίζουν / να εξαχνίζουνε / να εξαχνίσουν / να εξαχνίσουνε |
| Προστακτική | — | εξάχνιζε / εξάχνισε | — | — | εξαχνίζετε / εξαχνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →