εξειδικεύω
•
- κάνω κάτι πιο ειδικό, περιορίζω το ενδιαφέρον μου σε μία περίπτωση ή έκφανσή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξειδικεύω < εξ- + ειδικ(ός) + -εύω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική spécialiser)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξειδικεύω | εξειδικεύεις | εξειδικεύει | εξειδικεύουμε | εξειδικεύετε | εξειδικεύουν / εξειδικεύουνε |
| Παρατατικός | εξειδίκευα | εξειδίκευες | εξειδίκευε | εξειδικεύαμε | εξειδικεύατε | εξειδίκευαν / εξειδικεύαν / εξειδικεύανε |
| Αόριστος | εξειδίκευσα | εξειδίκευσες | εξειδίκευσε | εξειδικεύσαμε | εξειδικεύσατε | εξειδίκευσαν / εξειδικεύσαν / εξειδικεύσανε |
| Μέλλοντας | θα εξειδικεύσω / θα εξειδικεύω | θα εξειδικεύεις / θα εξειδικεύσεις | θα εξειδικεύει / θα εξειδικεύσει | θα εξειδικεύουμε / θα εξειδικεύσουμε | θα εξειδικεύετε / θα εξειδικεύσετε | θα εξειδικεύουν / θα εξειδικεύουνε / θα εξειδικεύσουν / θα εξειδικεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξειδικεύσει | έχεις εξειδικεύσει | έχει εξειδικεύσει | έχουμε εξειδικεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξειδικεύσει | είχες εξειδικεύσει | είχε εξειδικεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξειδικεύσει / να εξειδικεύσω / να εξειδικεύω | να έχεις εξειδικεύσει / να εξειδικεύεις / να εξειδικεύσεις | να έχει εξειδικεύσει / να εξειδικεύει / να εξειδικεύσει | να έχουμε εξειδικεύσει / να εξειδικεύουμε / να εξειδικεύσουμε | να εξειδικεύετε / να εξειδικεύσετε | να εξειδικεύουν / να εξειδικεύουνε / να εξειδικεύσουν / να εξειδικεύσουνε |
| Προστακτική | — | εξειδίκευε / εξειδίκευσε | — | — | εξειδικεύετε / εξειδικεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξειδικεύτηκαεξειδικεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →