εξελικτισμός
•
- βιολογίαΘεωρία σύμφωνα με την οποία τα έμβια όντα μεταβάλλονται διαχρονικά και προέρχονται από προγενέστερες μορφές μέσω εξελικτικών διαδικασιών Βικιλεξικό
- ανθρωπολογίααντίληψη που ερμηνεύει την ανάπτυξη των κοινωνιών, των πολιτισμών ή γενικότερα των φαινομένων ως αποτέλεσμα συνεχούς και βαθμιαίας εξέλιξης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξελικτισμός < εξελικτικός + -ισμός μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική évolutionnisme ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική evolutionism)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξελικτισμός | εξελικτισμοί |
| Γενική | εξελικτισμού | εξελικτισμών |
| Αιτιατική | εξελικτισμό | εξελικτισμούς |
| Κλητική | εξελικτισμέ | εξελικτισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →