Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξελικτιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. βιολογίαπρόσωπο που αποδέχεται ή προβάλλει την άποψη ότι τα έμβια όντα έχουν διαμορφωθεί μέσω μακρόχρονων εξελικτικών μεταβολών και κοινής καταγωγής Βικιλεξικό
  2. ανθρωπολογίαυποστηρικτής θεωριών που ερμηνεύουν τα φυσικά, κοινωνικά ή πολιτισμικά φαινόμενα ως αποτέλεσμα βαθμιαίας εξελικτικής πορείας από απλούστερες σε πιο σύνθετες μορφές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξελικτιστής < εξελικτισμός + -ιστής (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική évolutionniste ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική evolutionist)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξελικτιστήςεξελικτιστές
Γενικήεξελικτιστήεξελικτιστών
Αιτιατικήεξελικτιστήεξελικτιστές
Κλητικήεξελικτιστήεξελικτιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →