εξευγενίζω
•
- καθιστώ κάποιον ευγενή, βελτιώνοντάς τον πνευματικά ή ηθικά Βικιλεξικό
- προφορικόμαθαίνω σε κάποιον να φέρεται ευγενικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξευγενίζω < ελληνιστική κοινή ἐξευγενίζω < εὐγενίζω < αρχαία ελληνική εὐγενής ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική ennoblir)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξευγενίζω | εξευγενίζεις | εξευγενίζει | εξευγενίζουμε | εξευγενίζετε | εξευγενίζουν / εξευγενίζουνε |
| Παρατατικός | εξευγένιζα | εξευγένιζες | εξευγένιζε | εξευγενίζαμε | εξευγενίζατε | εξευγένιζαν / εξευγενίζαν / εξευγενίζανε |
| Αόριστος | εξευγένισα | εξευγένισες | εξευγένισε | εξευγενίσαμε | εξευγενίσατε | εξευγένισαν / εξευγενίσαν / εξευγενίσανε |
| Μέλλοντας | θα εξευγενίζω / θα εξευγενίσω | θα εξευγενίζεις / θα εξευγενίσεις | θα εξευγενίζει / θα εξευγενίσει | θα εξευγενίζουμε / θα εξευγενίσουμε | θα εξευγενίζετε / θα εξευγενίσετε | θα εξευγενίζουν / θα εξευγενίζουνε / θα εξευγενίσουν / θα εξευγενίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξευγενίσει | έχεις εξευγενίσει | έχει εξευγενίσει | έχουμε εξευγενίσει | έχετε εξευγενίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξευγενίσει | είχες εξευγενίσει | είχε εξευγενίσει | είχαμε εξευγενίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξευγενίσει / να εξευγενίζω / να εξευγενίσω | να έχεις εξευγενίσει / να εξευγενίζεις / να εξευγενίσεις | να έχει εξευγενίσει / να εξευγενίζει / να εξευγενίσει | να έχουμε εξευγενίσει / να εξευγενίζουμε / να εξευγενίσουμε | να έχετε εξευγενίσει / να εξευγενίζετε / να εξευγενίσετε | να εξευγενίζουν / να εξευγενίζουνε / να εξευγενίσουν / να εξευγενίσουνε |
| Προστακτική | — | εξευγένιζε / εξευγένισε | — | — | εξευγενίζετε / εξευγενίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →