Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξευγενίζω

ρήμα
•
  1. καθιστώ κάποιον ευγενή, βελτιώνοντάς τον πνευματικά ή ηθικά Βικιλεξικό
  2. προφορικόμαθαίνω σε κάποιον να φέρεται ευγενικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξευγενίζω < ελληνιστική κοινή ἐξευγενίζω < εὐγενίζω < αρχαία ελληνική εὐγενής ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική ennoblir)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξευγενίζωεξευγενίζειςεξευγενίζειεξευγενίζουμεεξευγενίζετεεξευγενίζουν / εξευγενίζουνε
Παρατατικόςεξευγένιζαεξευγένιζεςεξευγένιζεεξευγενίζαμεεξευγενίζατεεξευγένιζαν / εξευγενίζαν / εξευγενίζανε
Αόριστοςεξευγένισαεξευγένισεςεξευγένισεεξευγενίσαμεεξευγενίσατεεξευγένισαν / εξευγενίσαν / εξευγενίσανε
Μέλλονταςθα εξευγενίζω / θα εξευγενίσωθα εξευγενίζεις / θα εξευγενίσειςθα εξευγενίζει / θα εξευγενίσειθα εξευγενίζουμε / θα εξευγενίσουμεθα εξευγενίζετε / θα εξευγενίσετεθα εξευγενίζουν / θα εξευγενίζουνε / θα εξευγενίσουν / θα εξευγενίσουνε
Παρακείμενοςέχω εξευγενίσειέχεις εξευγενίσειέχει εξευγενίσειέχουμε εξευγενίσειέχετε εξευγενίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εξευγενίσειείχες εξευγενίσειείχε εξευγενίσειείχαμε εξευγενίσει——
Υποτακτικήνα έχω εξευγενίσει / να εξευγενίζω / να εξευγενίσωνα έχεις εξευγενίσει / να εξευγενίζεις / να εξευγενίσειςνα έχει εξευγενίσει / να εξευγενίζει / να εξευγενίσεινα έχουμε εξευγενίσει / να εξευγενίζουμε / να εξευγενίσουμενα έχετε εξευγενίσει / να εξευγενίζετε / να εξευγενίσετενα εξευγενίζουν / να εξευγενίζουνε / να εξευγενίσουν / να εξευγενίσουνε
Προστακτική—εξευγένιζε / εξευγένισε——εξευγενίζετε / εξευγενίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →