Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξευμενίζω

ρήμα
•
  1. κάνω κάτι σε κάποιον που έχω εκνευρίσει για να τον ηρεμήσω, τον καλοπιάνω Βικιλεξικό
  2. εκφράζω κάτι αρνητικό με ευχάριστο τρόπο ιδεοληπτικά αποφεύγοντας αρνητικές μνήμες ή συναισθήματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξευμενίζω < ελληνιστική κοινή ἐξευμενίζω < ἐξ- + αρχαία ελληνική εὐμενίζομαι < εὐμενής < εὖ + μένος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξευμενίζωεξευμενίζειςεξευμενίζειεξευμενίζουμεεξευμενίζετεεξευμενίζουν / εξευμενίζουνε
Παρατατικόςεξευμένιζαεξευμένιζεςεξευμένιζεεξευμενίζαμεεξευμενίζατεεξευμένιζαν / εξευμενίζαν / εξευμενίζανε
Αόριστοςεξευμένισαεξευμένισεςεξευμένισεεξευμενίσαμεεξευμενίσατεεξευμένισαν / εξευμενίσαν / εξευμενίσανε
Μέλλονταςθα εξευμενίζω / θα εξευμενίσωθα εξευμενίζεις / θα εξευμενίσειςθα εξευμενίζει / θα εξευμενίσειθα εξευμενίζουμε / θα εξευμενίσουμεθα εξευμενίζετε / θα εξευμενίσετεθα εξευμενίζουν / θα εξευμενίζουνε / θα εξευμενίσουν / θα εξευμενίσουνε
Παρακείμενοςέχω εξευμενίσειέχεις εξευμενίσειέχει εξευμενίσειέχουμε εξευμενίσειέχετε εξευμενίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εξευμενίσειείχες εξευμενίσειείχε εξευμενίσειείχαμε εξευμενίσει——
Υποτακτικήνα έχω εξευμενίσει / να εξευμενίζω / να εξευμενίσωνα έχεις εξευμενίσει / να εξευμενίζεις / να εξευμενίσειςνα έχει εξευμενίσει / να εξευμενίζει / να εξευμενίσεινα έχουμε εξευμενίσει / να εξευμενίζουμε / να εξευμενίσουμενα έχετε εξευμενίσει / να εξευμενίζετε / να εξευμενίσετενα εξευμενίζουν / να εξευμενίζουνε / να εξευμενίσουν / να εξευμενίσουνε
Προστακτική—εξευμένιζε / εξευμένισε——εξευμενίζετε / εξευμενίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →