εξευμενίζω
•
- κάνω κάτι σε κάποιον που έχω εκνευρίσει για να τον ηρεμήσω, τον καλοπιάνω Βικιλεξικό
- εκφράζω κάτι αρνητικό με ευχάριστο τρόπο ιδεοληπτικά αποφεύγοντας αρνητικές μνήμες ή συναισθήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξευμενίζω < ελληνιστική κοινή ἐξευμενίζω < ἐξ- + αρχαία ελληνική εὐμενίζομαι < εὐμενής < εὖ + μένος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξευμενίζω | εξευμενίζεις | εξευμενίζει | εξευμενίζουμε | εξευμενίζετε | εξευμενίζουν / εξευμενίζουνε |
| Παρατατικός | εξευμένιζα | εξευμένιζες | εξευμένιζε | εξευμενίζαμε | εξευμενίζατε | εξευμένιζαν / εξευμενίζαν / εξευμενίζανε |
| Αόριστος | εξευμένισα | εξευμένισες | εξευμένισε | εξευμενίσαμε | εξευμενίσατε | εξευμένισαν / εξευμενίσαν / εξευμενίσανε |
| Μέλλοντας | θα εξευμενίζω / θα εξευμενίσω | θα εξευμενίζεις / θα εξευμενίσεις | θα εξευμενίζει / θα εξευμενίσει | θα εξευμενίζουμε / θα εξευμενίσουμε | θα εξευμενίζετε / θα εξευμενίσετε | θα εξευμενίζουν / θα εξευμενίζουνε / θα εξευμενίσουν / θα εξευμενίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξευμενίσει | έχεις εξευμενίσει | έχει εξευμενίσει | έχουμε εξευμενίσει | έχετε εξευμενίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξευμενίσει | είχες εξευμενίσει | είχε εξευμενίσει | είχαμε εξευμενίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξευμενίσει / να εξευμενίζω / να εξευμενίσω | να έχεις εξευμενίσει / να εξευμενίζεις / να εξευμενίσεις | να έχει εξευμενίσει / να εξευμενίζει / να εξευμενίσει | να έχουμε εξευμενίσει / να εξευμενίζουμε / να εξευμενίσουμε | να έχετε εξευμενίσει / να εξευμενίζετε / να εξευμενίσετε | να εξευμενίζουν / να εξευμενίζουνε / να εξευμενίσουν / να εξευμενίσουνε |
| Προστακτική | — | εξευμένιζε / εξευμένισε | — | — | εξευμενίζετε / εξευμενίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →