Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευμενής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ευνοϊκή και φιλική διάθεση, καλοπροαίρετος Βικιλεξικό
    • η τύχη ήταν ευμενής
  2. που δηλώνει εύνοια, αποδοχή, έγκριση Βικιλεξικό
    • η κρίση της εξεταστικής επιτροπής ήταν ευμενής

Ετυμολογία

ευμενής < αρχαία ελληνική εὐμενής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευμενήςευμενήςευμενές
Γενικήευμενούςευμενούςευμενούς
Αιτιατικήευμενήευμενήευμενές
Κλητικήευμενή / ευμενήςευμενήςευμενές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευμενείςευμενείςευμενή
Γενικήευμενώνευμενώνευμενών
Αιτιατικήευμενείςευμενείςευμενή
Κλητικήευμενείςευμενείςευμενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →