εξευτελιστικός
•
- που εξευτελίζει, προσβλητικός Βικιλεξικό
- Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια αρκετά, και την έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη - να τους σέρνω, χλωμούς κι αλλόφρονες, τσιτσίδι κάτω από ένα πρόχειρο σεντόνι ή κουβέρτα, τρέμοντας και κλαίγοντας ή βρίζοντάς μας ή τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αν τους αφήναμε.
- πάρα πολύ μικρός Βικιλεξικό
- έχει μεγάλη ανάγκη και πουλάει το αυτοκίνητό του σε εξευτελιστική τιμή
Ετυμολογία
εξευτελιστικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξευτελιστικός | εξευτελιστική | εξευτελιστικό |
| Γενική | εξευτελιστικού | εξευτελιστικής | εξευτελιστικού |
| Αιτιατική | εξευτελιστικό | εξευτελιστική | εξευτελιστικό |
| Κλητική | εξευτελιστικέ | εξευτελιστική | εξευτελιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξευτελιστικοί | εξευτελιστικές | εξευτελιστικά |
| Γενική | εξευτελιστικών | εξευτελιστικών | εξευτελιστικών |
| Αιτιατική | εξευτελιστικούς | εξευτελιστικές | εξευτελιστικά |
| Κλητική | εξευτελιστικοί | εξευτελιστικές | εξευτελιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →