ἐξευτελίζω
•
- πολυτονική γραφή του εξευτελίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
εξευτελίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξευτελίζω < ἐξ + εὐτελίζω < αρχαία ελληνική εὐτελής < εὖ + τέλος
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξευτελίζω | εξευτελίζεις | εξευτελίζει | εξευτελίζουμε | εξευτελίζετε | εξευτελίζουν / εξευτελίζουνε |
| Παρατατικός | εξευτέλιζα | εξευτέλιζες | εξευτέλιζε | εξευτελίζαμε | εξευτελίζατε | εξευτέλιζαν / εξευτελίζαν / εξευτελίζανε |
| Αόριστος | εξευτέλισα | εξευτέλισες | εξευτέλισε | εξευτελίσαμε | εξευτελίσατε | εξευτέλισαν / εξευτελίσαν / εξευτελίσανε |
| Μέλλοντας | θα εξευτελίζω / θα εξευτελίσω | θα εξευτελίζεις / θα εξευτελίσεις | θα εξευτελίζει / θα εξευτελίσει | θα εξευτελίζουμε / θα εξευτελίσουμε | θα εξευτελίζετε / θα εξευτελίσετε | θα εξευτελίζουν / θα εξευτελίζουνε / θα εξευτελίσουν / θα εξευτελίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξευτελίσει | έχεις εξευτελίσει | έχει εξευτελίσει | έχουμε εξευτελίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξευτελίσει | είχες εξευτελίσει | είχε εξευτελίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξευτελίσει / να εξευτελίζω / να εξευτελίσω | να έχεις εξευτελίσει / να εξευτελίζεις / να εξευτελίσεις | να έχει εξευτελίσει / να εξευτελίζει / να εξευτελίσει | να έχουμε εξευτελίσει / να εξευτελίζουμε / να εξευτελίσουμε | να εξευτελίζετε / να εξευτελίσετε | να εξευτελίζουν / να εξευτελίζουνε / να εξευτελίσουν / να εξευτελίσουνε |
| Προστακτική | — | εξευτέλιζε / εξευτέλισε | — | — | εξευτελίζετε / εξευτελίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →