Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἐξευτελίζω

ρήμα
•
  1. πολυτονική γραφή του εξευτελίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εξευτελίζω

/e.kse.fteˈli.zo/ρήμα
•
  1. μεταβατικόφέρομαι με απόλυτη περιφρόνηση απέναντι σε κάποιον, προκαλώ την ηθική του μείωση, ταπείνωση Βικιλεξικό
    • Μίλησε μπροστά σε όλο τον κόσμο για τα ελλείμματα στο ταμείο του. Τον εξευτέλισε μπροστά στους συναδέλφους του αλλά και τους πελάτες.
  2. μεταβατικότα μειώνω, ρίχνω την αξία τους, τη σημασία τους Βικιλεξικό
    • 1913 ⌘ Κωνσταντίνος Καβάφης, Όσο μπορείς

Ετυμολογία

εξευτελίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξευτελίζω < ἐξ + εὐτελίζω < αρχαία ελληνική εὐτελής < εὖ + τέλος

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξευτελίζωεξευτελίζειςεξευτελίζειεξευτελίζουμεεξευτελίζετεεξευτελίζουν / εξευτελίζουνε
Παρατατικόςεξευτέλιζαεξευτέλιζεςεξευτέλιζεεξευτελίζαμεεξευτελίζατεεξευτέλιζαν / εξευτελίζαν / εξευτελίζανε
Αόριστοςεξευτέλισαεξευτέλισεςεξευτέλισεεξευτελίσαμεεξευτελίσατεεξευτέλισαν / εξευτελίσαν / εξευτελίσανε
Μέλλονταςθα εξευτελίζω / θα εξευτελίσωθα εξευτελίζεις / θα εξευτελίσειςθα εξευτελίζει / θα εξευτελίσειθα εξευτελίζουμε / θα εξευτελίσουμεθα εξευτελίζετε / θα εξευτελίσετεθα εξευτελίζουν / θα εξευτελίζουνε / θα εξευτελίσουν / θα εξευτελίσουνε
Παρακείμενοςέχω εξευτελίσειέχεις εξευτελίσειέχει εξευτελίσειέχουμε εξευτελίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εξευτελίσειείχες εξευτελίσειείχε εξευτελίσει———
Υποτακτικήνα έχω εξευτελίσει / να εξευτελίζω / να εξευτελίσωνα έχεις εξευτελίσει / να εξευτελίζεις / να εξευτελίσειςνα έχει εξευτελίσει / να εξευτελίζει / να εξευτελίσεινα έχουμε εξευτελίσει / να εξευτελίζουμε / να εξευτελίσουμενα εξευτελίζετε / να εξευτελίσετενα εξευτελίζουν / να εξευτελίζουνε / να εξευτελίσουν / να εξευτελίσουνε
Προστακτική—εξευτέλιζε / εξευτέλισε——εξευτελίζετε / εξευτελίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εξευτελίστηκαεξευτελίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →