εξηνταβελόνης
•
- ειρωνικόο τσιγκούνης Βικιλεξικό
- Εξηνταβελόνης (ωνομάσθη άπό τον ευφυέστατον μεταφραστήν του Μολλιερικού Φιλάργυρου ο εις άκρον φιλάργυρος, καθώς και άπό τους αρχαίους ωνομάζετο με διάφορα, τής αυτής ιδέας ηχόμενα, γελοία επίθετα) . Κυμινοπρίστης, καρδαμογλύφος , παρακρουσιχοίνιχος, κίμβιξ, κνιπός και σκνιπός και σκνιφός, ανελεύθερος, μι(σμι)χρολόγος, ρυπαρός.
Ετυμολογία
εξηνταβελόνης < εξηντα- + βελόν(ι) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξηνταβελόνης | εξηνταβελόνηδες |
| Γενική | εξηνταβελόνη | εξηνταβελόνηδων |
| Αιτιατική | εξηνταβελόνη | εξηνταβελόνηδες |
| Κλητική | εξηνταβελόνη | εξηνταβελόνηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →