τσιγκούνης
•
- κυριολεκτικάπου δε θέλει να ξοδεύει καθόλου δικά του λεφτά και τα σκέφτεται συνέχεια Βικιλεξικό
- Η Μαρία είναι τσιγκούνα. Το σκέφτεται να πάρει καινούρια παπούτσια, ενώ τα δικά της πάλιωσαν και δεν της λείπουν τα χρήματα.
- μεταφορικάπου δεν προσφέρει τίποτα σε ψυχικό ή ηθικό επίπεδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιγκούνης < (άμεσο δάνειο) τουρκική çingene (τσιγγάνος) < ουγγρική cigány < σλαβικής προέλευσης cigan < μεσαιωνική ελληνική ἀτσίγγανος (αντιδάνειο) < ελληνιστική κοινή ἀθίγγανος (που δεν ακουμπά) < ἀ- + αρχαία ελληνική θιγγάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰeyǵʰ- (ζυμώνω, δίνω μορφή)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιγκούνης | τσιγκούνα | τσιγκούνικο |
| Γενική | τσιγκούνη | τσιγκούνας | τσιγκούνικου |
| Αιτιατική | τσιγκούνη | τσιγκούνα | τσιγκούνικο |
| Κλητική | τσιγκούνη | τσιγκούνα | τσιγκούνικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσιγκούνηδες | τσιγκούνες | τσιγκούνικα |
| Γενική | τσιγκούνηδων | — | τσιγκούνικων |
| Αιτιατική | τσιγκούνηδες | τσιγκούνες | τσιγκούνικα |
| Κλητική | τσιγκούνηδες | τσιγκούνες | τσιγκούνικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →