Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξιδρωματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το εξίδρωμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξιδρωματικός < εξίδρωμα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξιδρωματικόςεξιδρωματικήεξιδρωματικό
Γενικήεξιδρωματικούεξιδρωματικήςεξιδρωματικού
Αιτιατικήεξιδρωματικόεξιδρωματικήεξιδρωματικό
Κλητικήεξιδρωματικέεξιδρωματικήεξιδρωματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξιδρωματικοίεξιδρωματικέςεξιδρωματικά
Γενικήεξιδρωματικώνεξιδρωματικώνεξιδρωματικών
Αιτιατικήεξιδρωματικούςεξιδρωματικέςεξιδρωματικά
Κλητικήεξιδρωματικοίεξιδρωματικέςεξιδρωματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →