εξιδρώνω
•
- ιατρικήπαθολογικά συγκεντρώνονται διάφορα υγρά σε σωματικές κοιλότητες Βικιλεξικό
- παράγω / εκκρίνω ιδρώτα, ιδρώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξιδρώνω < αρχαία ελληνική ἐξιδρόω / ἐξιδρῶ + -ώνω < ἐξ + ἱδρόω / ἱδρῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξιδρώνω | εξιδρώνεις | εξιδρώνει | εξιδρώνουμε | εξιδρώνετε | εξιδρώνουν / εξιδρώνουνε |
| Παρατατικός | εξίδρωνα | εξίδρωνες | εξίδρωνε | εξιδρώναμε | εξιδρώνατε | εξίδρωναν / εξιδρώναν / εξιδρώνανε |
| Αόριστος | εξίδρωσα | εξίδρωσες | εξίδρωσε | εξιδρώσαμε | εξιδρώσατε | εξίδρωσαν / εξιδρώσαν / εξιδρώσανε |
| Μέλλοντας | θα εξιδρώνω / θα εξιδρώσω | θα εξιδρώνεις / θα εξιδρώσεις | θα εξιδρώνει / θα εξιδρώσει | θα εξιδρώνουμε / θα εξιδρώσουμε | θα εξιδρώνετε / θα εξιδρώσετε | θα εξιδρώνουν / θα εξιδρώνουνε / θα εξιδρώσουν / θα εξιδρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξιδρώσει | έχεις εξιδρώσει | έχει εξιδρώσει | έχουμε εξιδρώσει | έχετε εξιδρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξιδρώσει | είχες εξιδρώσει | είχε εξιδρώσει | είχαμε εξιδρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξιδρώσει / να εξιδρώνω / να εξιδρώσω | να έχεις εξιδρώσει / να εξιδρώνεις / να εξιδρώσεις | να έχει εξιδρώσει / να εξιδρώνει / να εξιδρώσει | να έχουμε εξιδρώσει / να εξιδρώνουμε / να εξιδρώσουμε | να έχετε εξιδρώσει / να εξιδρώνετε / να εξιδρώσετε | να εξιδρώνουν / να εξιδρώνουνε / να εξιδρώσουν / να εξιδρώσουνε |
| Προστακτική | — | εξίδρωνε / εξίδρωσε | — | — | εξιδρώνετε / εξιδρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →