Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξιδρωτικός

/e.ksi.ðɾo.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το εξίδρωμα ή την εξίδρωση, αναφέρεται σ’ αυτά ή τα προκαλεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξιδρωτικός < εξιδρώνω + -τικός < αρχαία ελληνική ἐξιδρόω / ἐξιδρῶ + -ώνω < ἐξ + ἱδρόω / ἱδρῶ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξιδρωτικόςεξιδρωτικήεξιδρωτικό
Γενικήεξιδρωτικούεξιδρωτικήςεξιδρωτικού
Αιτιατικήεξιδρωτικόεξιδρωτικήεξιδρωτικό
Κλητικήεξιδρωτικέεξιδρωτικήεξιδρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξιδρωτικοίεξιδρωτικέςεξιδρωτικά
Γενικήεξιδρωτικώνεξιδρωτικώνεξιδρωτικών
Αιτιατικήεξιδρωτικούςεξιδρωτικέςεξιδρωτικά
Κλητικήεξιδρωτικοίεξιδρωτικέςεξιδρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →