εξιδρωτικός
•
- που έχει σχέση με το εξίδρωμα ή την εξίδρωση, αναφέρεται σ’ αυτά ή τα προκαλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξιδρωτικός < εξιδρώνω + -τικός < αρχαία ελληνική ἐξιδρόω / ἐξιδρῶ + -ώνω < ἐξ + ἱδρόω / ἱδρῶ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξιδρωτικός | εξιδρωτική | εξιδρωτικό |
| Γενική | εξιδρωτικού | εξιδρωτικής | εξιδρωτικού |
| Αιτιατική | εξιδρωτικό | εξιδρωτική | εξιδρωτικό |
| Κλητική | εξιδρωτικέ | εξιδρωτική | εξιδρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξιδρωτικοί | εξιδρωτικές | εξιδρωτικά |
| Γενική | εξιδρωτικών | εξιδρωτικών | εξιδρωτικών |
| Αιτιατική | εξιδρωτικούς | εξιδρωτικές | εξιδρωτικά |
| Κλητική | εξιδρωτικοί | εξιδρωτικές | εξιδρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →