εξισλαμίζω
•
- θρησκείακάνω κάποιον να υποστηρίζει το ισλάμ, τον κάνω να υιοθετήσει τη μουσουλμανική θρησκεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξισλαμίζω < εξ- + ισλάμ + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξισλαμίζω | εξισλαμίζεις | εξισλαμίζει | εξισλαμίζουμε | εξισλαμίζετε | εξισλαμίζουν / εξισλαμίζουνε |
| Παρατατικός | εξισλάμιζα | εξισλάμιζες | εξισλάμιζε | εξισλαμίζαμε | εξισλαμίζατε | εξισλάμιζαν / εξισλαμίζαν / εξισλαμίζανε |
| Αόριστος | εξισλάμισα | εξισλάμισες | εξισλάμισε | εξισλαμίσαμε | εξισλαμίσατε | εξισλάμισαν / εξισλαμίσαν / εξισλαμίσανε |
| Μέλλοντας | θα εξισλαμίζω / θα εξισλαμίσω | θα εξισλαμίζεις / θα εξισλαμίσεις | θα εξισλαμίζει / θα εξισλαμίσει | θα εξισλαμίζουμε / θα εξισλαμίσουμε | θα εξισλαμίζετε / θα εξισλαμίσετε | θα εξισλαμίζουν / θα εξισλαμίζουνε / θα εξισλαμίσουν / θα εξισλαμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξισλαμίσει | έχεις εξισλαμίσει | έχει εξισλαμίσει | έχουμε εξισλαμίσει | έχετε εξισλαμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξισλαμίσει | είχες εξισλαμίσει | είχε εξισλαμίσει | είχαμε εξισλαμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξισλαμίσει / να εξισλαμίζω / να εξισλαμίσω | να έχεις εξισλαμίσει / να εξισλαμίζεις / να εξισλαμίσεις | να έχει εξισλαμίσει / να εξισλαμίζει / να εξισλαμίσει | να έχουμε εξισλαμίσει / να εξισλαμίζουμε / να εξισλαμίσουμε | να έχετε εξισλαμίσει / να εξισλαμίζετε / να εξισλαμίσετε | να εξισλαμίζουν / να εξισλαμίζουνε / να εξισλαμίσουν / να εξισλαμίσουνε |
| Προστακτική | — | εξισλάμιζε / εξισλάμισε | — | — | εξισλαμίζετε / εξισλαμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →