εξισορροπητικός
•
- που έχει σχέση με την εξισορρόπηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξισορροπητικός < εξισορροπώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξισορροπητικός | εξισορροπητική | εξισορροπητικό |
| Γενική | εξισορροπητικού | εξισορροπητικής | εξισορροπητικού |
| Αιτιατική | εξισορροπητικό | εξισορροπητική | εξισορροπητικό |
| Κλητική | εξισορροπητικέ | εξισορροπητική | εξισορροπητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξισορροπητικοί | εξισορροπητικές | εξισορροπητικά |
| Γενική | εξισορροπητικών | εξισορροπητικών | εξισορροπητικών |
| Αιτιατική | εξισορροπητικούς | εξισορροπητικές | εξισορροπητικά |
| Κλητική | εξισορροπητικοί | εξισορροπητικές | εξισορροπητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →