Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξισορροπητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εξισορρόπηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξισορροπητικός < εξισορροπώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξισορροπητικόςεξισορροπητικήεξισορροπητικό
Γενικήεξισορροπητικούεξισορροπητικήςεξισορροπητικού
Αιτιατικήεξισορροπητικόεξισορροπητικήεξισορροπητικό
Κλητικήεξισορροπητικέεξισορροπητικήεξισορροπητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξισορροπητικοίεξισορροπητικέςεξισορροπητικά
Γενικήεξισορροπητικώνεξισορροπητικώνεξισορροπητικών
Αιτιατικήεξισορροπητικούςεξισορροπητικέςεξισορροπητικά
Κλητικήεξισορροπητικοίεξισορροπητικέςεξισορροπητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →