Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ισόρροπος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διατηρεί ή εξασφαλίζει την ισορροπία, που αναπτύσσεται εξίσου σε όλη την έκταση ή όλους τους τομείς Βικιλεξικό
    • Επίσης, θα ενισχυθεί ο ρόλος αστικών κέντρων, όπως τα Ιωάννινα, «συμβάλλοντας στην ισόρροπη ανάπτυξη της Βορειοδυτικής Ελλάδας». (*)
  2. κατ’ επέκτασηαρμονικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ισόρροπος < αρχαία ελληνική ἰσόρροπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισόρροποςισόρροπηισόρροπο
Γενικήισόρροπουισόρροπηςισόρροπου
Αιτιατικήισόρροποισόρροπηισόρροπο
Κλητικήισόρροπεισόρροπηισόρροπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισόρροποιισόρροπεςισόρροπα
Γενικήισόρροπωνισόρροπωνισόρροπων
Αιτιατικήισόρροπουςισόρροπεςισόρροπα
Κλητικήισόρροποιισόρροπεςισόρροπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →