Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξιστορήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δυνατόν να εξιστορηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξιστορήσιμος < (εξιστορώ) εξιοστορησ- + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξιστορήσιμοςεξιστορήσιμηεξιστορήσιμο
Γενικήεξιστορήσιμουεξιστορήσιμηςεξιστορήσιμου
Αιτιατικήεξιστορήσιμοεξιστορήσιμηεξιστορήσιμο
Κλητικήεξιστορήσιμεεξιστορήσιμηεξιστορήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξιστορήσιμοιεξιστορήσιμεςεξιστορήσιμα
Γενικήεξιστορήσιμωνεξιστορήσιμωνεξιστορήσιμων
Αιτιατικήεξιστορήσιμουςεξιστορήσιμεςεξιστορήσιμα
Κλητικήεξιστορήσιμοιεξιστορήσιμεςεξιστορήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →