εξιστορήσιμος
•
- που είναι δυνατόν να εξιστορηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξιστορήσιμος < (εξιστορώ) εξιοστορησ- + -ιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξιστορήσιμος | εξιστορήσιμη | εξιστορήσιμο |
| Γενική | εξιστορήσιμου | εξιστορήσιμης | εξιστορήσιμου |
| Αιτιατική | εξιστορήσιμο | εξιστορήσιμη | εξιστορήσιμο |
| Κλητική | εξιστορήσιμε | εξιστορήσιμη | εξιστορήσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξιστορήσιμοι | εξιστορήσιμες | εξιστορήσιμα |
| Γενική | εξιστορήσιμων | εξιστορήσιμων | εξιστορήσιμων |
| Αιτιατική | εξιστορήσιμους | εξιστορήσιμες | εξιστορήσιμα |
| Κλητική | εξιστορήσιμοι | εξιστορήσιμες | εξιστορήσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →