ανεξιστόρητος
•
- που δεν είναι δυνατόν να εξιστορηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεξιστόρητος < αν- (στερητικό α-) + εξιστορ(ώ) + -ητος < αρχαία ελληνική ἐξιστορέω / ἐξιστορῶ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεξιστόρητος | ανεξιστόρητή / ανεξιστόρητη | ανεξιστόρητο |
| Γενική | ανεξιστόρητου | ανεξιστόρητης | ανεξιστόρητου |
| Αιτιατική | ανεξιστόρητο | ανεξιστόρητη | ανεξιστόρητο |
| Κλητική | ανεξιστόρητε | ανεξιστόρητη | ανεξιστόρητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεξιστόρητοι | ανεξιστόρητες | ανεξιστόρητα |
| Γενική | ανεξιστόρητων | ανεξιστόρητων | ανεξιστόρητων |
| Αιτιατική | ανεξιστόρητους | ανεξιστόρητες | ανεξιστόρητα |
| Κλητική | ανεξιστόρητοι | ανεξιστόρητες | ανεξιστόρητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →