εξιχνίαση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξιχνιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξιχνίαση < (εξιχνιάζω) εξιχνιασ- + -σις ('καθαρεύουσα' ἐξιχνίασις) > -ση. Δείτε το ελληνιστικό ρήμα ἐξιχνιάζω και το αρχαίο ἴχνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξιχνίαση | εξιχνιάσεις |
| Γενική | εξιχνίασης | εξιχνιάσεων |
| Αιτιατική | εξιχνίαση | εξιχνιάσεις |
| Κλητική | εξιχνίαση | εξιχνιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →