εξιχνιάζω
•
- αποκαλύπτω την πραγματικότητα ή την αλήθεια, ερευνώντας τα «ίχνη» μιας υπόθεσης, τα γεγονότα ή τα αίτια που οδήγησαν σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Το Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας της Ασφάλειας Αττικής εξιχνίασε τη δολοφονία 37χρονου Πακιστανού στις 10 Οκτωβρίου στην Ομόνοια. (Εφημερίδα των Συντακτών, 28/2/2019)
Ετυμολογία
εξιχνιάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξιχνιάζω < ἐξ- + αρχαία ελληνική ἴχνιον < ἴχνος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξιχνιάζω | εξιχνιάζεις | εξιχνιάζει | εξιχνιάζουμε | εξιχνιάζετε | εξιχνιάζουν / εξιχνιάζουνε |
| Παρατατικός | εξιχνίαζα | εξιχνίαζες | εξιχνίαζε | εξιχνιάζαμε | εξιχνιάζατε | εξιχνίαζαν / εξιχνιάζαν / εξιχνιάζανε |
| Αόριστος | εξιχνίασα | εξιχνίασες | εξιχνίασε | εξιχνιάσαμε | εξιχνιάσατε | εξιχνίασαν / εξιχνιάσαν / εξιχνιάσανε |
| Μέλλοντας | θα εξιχνιάζω / θα εξιχνιάσω | θα εξιχνιάζεις / θα εξιχνιάσεις | θα εξιχνιάζει / θα εξιχνιάσει | θα εξιχνιάζουμε / θα εξιχνιάσουμε | θα εξιχνιάζετε / θα εξιχνιάσετε | θα εξιχνιάζουν / θα εξιχνιάζουνε / θα εξιχνιάσουν / θα εξιχνιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξιχνιάσει | έχεις εξιχνιάσει | έχει εξιχνιάσει | έχουμε εξιχνιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξιχνιάσει | είχες εξιχνιάσει | είχε εξιχνιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξιχνιάσει / να εξιχνιάζω / να εξιχνιάσω | να έχεις εξιχνιάσει / να εξιχνιάζεις / να εξιχνιάσεις | να έχει εξιχνιάσει / να εξιχνιάζει / να εξιχνιάσει | να έχουμε εξιχνιάσει / να εξιχνιάζουμε / να εξιχνιάσουμε | να εξιχνιάζετε / να εξιχνιάσετε | να εξιχνιάζουν / να εξιχνιάζουνε / να εξιχνιάσουν / να εξιχνιάσουνε |
| Προστακτική | — | εξιχνίαζε / εξιχνίασε | — | — | εξιχνιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξιχνιάστηκαεξιχνιάζομαιεξιχνιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →