εξοβελίζω
•
- για τμήμα κειμένουδιαγράφω ως μη γνήσιο Βικιλεξικό
- για λέξειςαπομακρύνω από το αποδεκτό λεξιλόγιο και παύω να χρησιμοποιώ Βικιλεξικό
- απομακρύνω, βγάζω από την μέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξοβελίζω < εξ- + αρχαία ελληνική ὀβελίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξοβελίζω | εξοβελίζεις | εξοβελίζει | εξοβελίζουμε | εξοβελίζετε | εξοβελίζουν / εξοβελίζουνε |
| Παρατατικός | εξοβέλιζα | εξοβέλιζες | εξοβέλιζε | εξοβελίζαμε | εξοβελίζατε | εξοβέλιζαν / εξοβελίζαν / εξοβελίζανε |
| Αόριστος | εξοβέλισα | εξοβέλισες | εξοβέλισε | εξοβελίσαμε | εξοβελίσατε | εξοβέλισαν / εξοβελίσαν / εξοβελίσανε |
| Μέλλοντας | θα εξοβελίζω / θα εξοβελίσω | θα εξοβελίζεις / θα εξοβελίσεις | θα εξοβελίζει / θα εξοβελίσει | θα εξοβελίζουμε / θα εξοβελίσουμε | θα εξοβελίζετε / θα εξοβελίσετε | θα εξοβελίζουν / θα εξοβελίζουνε / θα εξοβελίσουν / θα εξοβελίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξοβελίσει | έχεις εξοβελίσει | έχει εξοβελίσει | έχουμε εξοβελίσει | έχετε εξοβελίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξοβελίσει | είχες εξοβελίσει | είχε εξοβελίσει | είχαμε εξοβελίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξοβελίσει / να εξοβελίζω / να εξοβελίσω | να έχεις εξοβελίσει / να εξοβελίζεις / να εξοβελίσεις | να έχει εξοβελίσει / να εξοβελίζει / να εξοβελίσει | να έχουμε εξοβελίσει / να εξοβελίζουμε / να εξοβελίσουμε | να έχετε εξοβελίσει / να εξοβελίζετε / να εξοβελίσετε | να εξοβελίζουν / να εξοβελίζουνε / να εξοβελίσουν / να εξοβελίσουνε |
| Προστακτική | — | εξοβέλιζε / εξοβέλισε | — | — | εξοβελίζετε / εξοβελίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →