οβελίζω
•
- απορρίπτω κάτι ως νόθο ή ψεύτικο, το εξοβελίζω Βικιλεξικό
- περνώ κάτι στον οβελό, στη σούβλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οβελίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀβελίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
οβελίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀβελίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →