εξογκώνω
•
- προκαλώ την εμφάνιση εξογκώματος Βικιλεξικό
- μεταφορικάδίνω σε κάτι μεγαλύτερη σημασία ή αξία απ’ όση πραγματικά έχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξογκώνω < αρχαία ελληνική ἐξογκ(ῶ), συνηρημένος τύπος του ἐξογκόω + -ώνω → δείτε και τη λέξη όγκος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξογκώνω | εξογκώνεις | εξογκώνει | εξογκώνουμε | εξογκώνετε | εξογκώνουν / εξογκώνουνε |
| Παρατατικός | εξόγκωνα | εξόγκωνες | εξόγκωνε | εξογκώναμε | εξογκώνατε | εξογκώναν / εξογκώνανε / εξόγκωναν |
| Αόριστος | εξόγκωσα | εξόγκωσες | εξόγκωσε | εξογκώσαμε | εξογκώσατε | εξογκώσαν / εξογκώσανε / εξόγκωσαν |
| Μέλλοντας | θα εξογκώνω / θα εξογκώσω | θα εξογκώνεις / θα εξογκώσεις | θα εξογκώνει / θα εξογκώσει | θα εξογκώνουμε / θα εξογκώσουμε | θα εξογκώνετε / θα εξογκώσετε | θα εξογκώνουν / θα εξογκώνουνε / θα εξογκώσουν / θα εξογκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξογκώσει | έχεις εξογκώσει | έχει εξογκώσει | έχουμε εξογκώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξογκώσει | είχες εξογκώσει | είχε εξογκώσει | είχαμε εξογκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξογκώσει / να εξογκώνω / να εξογκώσω | να έχεις εξογκώσει / να εξογκώνεις / να εξογκώσεις | να έχει εξογκώσει / να εξογκώνει / να εξογκώσει | να έχουμε εξογκώσει / να εξογκώνουμε / να εξογκώσουμε | να εξογκώνετε / να εξογκώσετε | να εξογκώνουν / να εξογκώνουνε / να εξογκώσουν / να εξογκώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε εξογκωμένο / εξόγκωνε / εξόγκωσε | — | — | εξογκώνετε / εξογκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →