εξοικειώνομαι
•
- γίνομαι οικείος με κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξοικειώνομαι < ΠαΘ. φωνή του ρήματος εξοικειώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
εξοικειώνομαι < ΠαΘ. φωνή του ρήματος εξοικειώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →